ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ 322Α-323Α

Ἐπειδή δέ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μέν διά τήν του θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεούς ἐνόμισεν, καί ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καί ἀγάλματα θεῶν• ἔπειτα φωνήν καί ὀνόματα ταχύ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ, καί οἰκήσεις καί ἐσθῆτας καί ὑποδέσεις καί στρωμνάς καί τάς ἐκ γῆς τροφάς ηὕρετο. Οὕτω δὴ παρεσκευασμένοι κατ’ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν· ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ ἡ δημιουργική τέχνη αὐτοῖς πρὸς μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής –πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική– ἐζήτουν δὴ ἁθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις· ὅτ’ οὖν ἁθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο. Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. Ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία τίνα οὖν τρόπον δοίη δίκην καὶ αἰδῶ ἀνθρώποις· “Πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; Νενέμηνται δὲ ὧδε· εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί· καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω;” “Ἐπὶ πάντας,” ἔφη ὁ Ζεύς, “καὶ πάντες μετεχόντων· οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν· καὶ νόμον γε θὲς παρ’ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.” Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, καί διά ταῦτα οἱ τε ἄλλοι καί Ἀθηναῖοι, ὅταν μέν περί ἀρετῆς τεκτονικῆς ᾖ λόγος ἤ ἄλλης τινος δημιουργικῆς, ὀλίγοις οἴονται μετεῖναι συμβουλῆς, καί ἐάν τις ἐκτός ὤν τῶν ὀλίγων συμβουλεύῃ, οὐκ ἀνέχονται, ὡς σύ φῄς—εἰκότως, ὡς ἐγώ φημί—ὅταν δέ εἰς συμβουλήν πολιτικῆς ἀρετῆς ἴωσιν, ἥν δεῖ διά δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καί σωφροσύνης, εἰκότως ἅπαντος ἀνδρός ἀνέχονται, ὡς παντί προσῆκον ταύτης γε μετέχειν τῆς ἀρετῆς ἤ μή εἶναι πόλεις. Αὐτή, ὦ Σώκρατες, τούτου αἰτία.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Α. να μεταφραστεί από το παραπάνω απόσπασμα το εξής τμήμα : Ἐπειδή δέ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας,….. ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί..”
(20 μονάδες)

Β1. να σχολιαστούν οι φράσεις : α) ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας β) καὶ ἡ δημιουργική τέχνη…. πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής γ)Ζεὺς οὖν δείσας …. πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην
[ από τα τρία υποερωτήματα να απαντήσετε στα δύο ]
(20 μονάδες)

Β2. με βάση το εξής τμήμα του κειμένου «Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, καί διά ταῦτα οἱ τε ἄλλοι καί Ἀθηναῖοι,…..ὅταν δέ εἰς συμβουλήν πολιτικῆς ἀρετῆς ἴωσιν, ἥν δεῖ διά δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καί σωφροσύνης, εἰκότως ἅπαντος ἀνδρός ἀνέχονται, ὡς παντί προσῆκον ταύτης γε μετέχειν τῆς ἀρετῆς ἤ μή εἶναι πόλεις. Αὐτή, ὦ Σώκρατες, τούτου αἰτία.» και το τμήμα που παρατίθεται παρακάτω, να καταγράψετε τις απόψεις σας σχετικά με την απάντηση που δίνει ο Πρωταγόρας μέσω του μύθου στην αντίρρηση του Σωκράτη. Πως θα εξηγούσατε, με βάση την απάντηση του Πρωταγόρα, την αρχική του τοποθέτηση πως η πολιτική αρετή διδάσκεται; :

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ 318E-320C
Σωκράτης: Εγώ λοιπόν θεωρώ, όπως και οι άλλοι Έλληνες πως οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Και βλέπω ότι, όποτε συγκεντρωνόμαστε στην εκκλησία του Δήμου, όταν η πόλη πρόκειται να εκτελέσει κάποιο έργο οικοδομικό, καλούμε τους οικοδόμους ως συμβούλους στην οικοδομία, και όταν πάλι πρόκειται για ναυπηγικό έργο, καλούμε τους ναυπηγούς, και με τον ίδιο τρόπο πράττουμε όταν πρόκειται για όλα τα αντίστοιχα έργα, για όσα δηλαδή θεωρείται πως είναι διδακτά και μπορεί κάποιος να τα μάθει με κατάλληλα μαθήματα. Εάν επιχειρήσει δε κάποιος άλλος να δώσει τη συμβουλή του στο δήμο, κάποιος που οι άνθρωποι δεν τον θεωρούν τεχνίτη σχετικό, η συνέλευση δεν τον αποδέχεται, ακόμα και αν είναι ωραίος και πλούσιος και από μεγάλη οικογένεια…..Όταν όμως πρέπει να αποφασιστεί κάποιο ζήτημα που αφορά τη διοίκηση της πόλεως, σηκώνεται και δίνει τις συμβουλές του γι’ αυτό εξίσου και ο οικοδόμος, και ο σιδεράς, και ο έμπορος ή ο ναυτικός, και ο πλούσιος, και ο φτωχός, και αυτός που είναι από μεγάλο γένος, και αυτός που δεν είναι από κάποια γενιά σπουδαία. Και κανένας δεν τους ψέγει γι’αυτό, όπως τους προηγούμενους: «γιατί εσύ, χωρίς να έχεις διδαχτεί από πουθενά αυτό το πράγμα και χωρίς να έχεις δάσκαλο σ’ αυτό το θέμα, θέλεις να δώσεις και συμβουλές;». Άρα, είναι προφανές πως δεν θεωρούν ότι το πράγμα αυτό είναι κάτι που διδάσκεται.
(20 μονάδες)

Β3. να δοθούν δύο ομόρριζα της αρχαίας νέας ελληνικής για καθεμία από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου : διηρθρώσατο, σποράδην, ἀπώλλυντο, νείμω, κτείνειν
(20 μονάδες)

Β4. διαλεκτική. Ποια η σημασία του όρου αυτού στην φιλοσοφική αναζήτηση του Σωκράτη;
(20 μονάδες)

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α.
Και επειδή ο άνθρωπος πήρε κάποιο θεϊκό μερίδιο, πρώτα πρώτα λόγω της συγγένειας του προς το θεό, μόνο αυτός από τα ζώα πίστεψε σε θεούς και άρχισε να ιδρύει βωμούς και αγάλματα θεών∙ έπειτα γρήγορα κατόρθωσε να διαρθρώσει με την ικανότητα του έναρθρους ήχους και λέξεις και βρήκε κατοικίες και ενδύματα και υποδήματα και στρωσίδια, καθώς και τροφές από τη γη. Έτσι, λοιπόν, εφοδιασμένοι οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι, πόλεις όμως δεν υπήρχαν∙ χάνονταν λοιπόν από τα θηρία, επειδή από κάθε άποψη ήταν αδύναμοι σε σχέση με αυτά, ενώ η κατασκευαστική τους ικανότητα ήταν καλός βοηθός για την ανεύρεση τροφής, ήταν όμως ανεπαρκής στο πόλεμο κατά των θηρίων – γιατί δεν είχαν ακόμη τη πολιτική τέχνη, μέρος της οποίας είναι η πολεμική∙ επιδίωκαν, λοιπόν, να συγκεντρώνονται πολλοί μαζί και να εξασφαλίζουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις∙ κάθε φορά όμως που μαζεύονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλο, επειδή δεν είχαν τη πολιτική τέχνη, με αποτέλεσμα πάλι να διασκορπίζονται και να εξοντώνονται. Ο Δίας τότε επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως εξαφανιστεί ολοσχερώς, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ (τις ηθικές αναστολές) και τη δίκη (δικαιοσύνη), για να φέρουν αυτές την ευταξία στις πόλεις και να δημιουργήσουν τους συνεκτικούς δεσμούς της ανθρώπινης φιλίας.

Β1.
α) ο άνθρωπος πήρε μερίδιο στη θεϊκή φύση, αφού απέκτησε αυτά τα θεϊκά στοιχεία (ἔντεχνος σοφία σύν πυρί), και έτσι δημιουργήθηκε ένα είδος συγγένειας με τους θεούς (όχι βέβαια κυριολεκτική, αλλά ‘’πνευματική’’, ‘’πολιτισμική’’). Πρόκειται λοιπόν για θεϊκό μερίδιο, επειδή i. η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις ανήκαν στους θεούς και μόνο αυτοί τα χρησιμοποιούσαν, και ii. οι άνθρωποι τα απέκτησαν μετά την θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα. Οι άνθρωποι, λοιπόν, με την έντεχνη σοφία και τη φωτιά, που ο Προμηθέας χάρισε στους ανθρώπους, δεν έγιναν βέβαια θεοί! Πήραν όμως μερτικό από το θεϊκό κλήρο, με την έννοια ότι απέκτησαν κάτι από τις ιδιότητες των θεών, ώστε να δημιουργηθεί ένα είδος εκλεκτικής συγγένειας ανάμεσα στις δυο πλευρές.
Όσον αφορά τον αποσυμβολισμό του μύθου σε αυτό το σημείο, οι άνθρωποι έχουν μέσα τους την έμφυτη ορμή για λατρεία, διότι «συμμετέχουν στο θείο». Αυτό συμβαίνει , διότι η λογική ήταν θεϊκό δώρο, επομένως η κατοχή της λογικής θεωρούνταν απόδειξη της συγγένειας με τους θεούς. Ο ίδιος ο Πρωταγόρας αναγνώριζε ότι η λατρεία προσιδιάζει στον άνθρωπο και ίσως είναι κάτι το απαραίτητο, χωρίς όμως να παίρνει θέση σχετικά με την ύπαρξη τους. Εν ολίγοις, έξω από τον μύθο, οι δύο εκφάνσεις της λογικής, που είναι έμφυτη στον άνθρωπο, είναι η κατασκευαστική ικανότητα και η λατρευτική ιδιότητα. Όσον αφορά την λατρευτική ιδιότητα, οι άνθρωποι είναι συγγενείς με τους θεούς, διότι μόνο αυτοί οι δύο έχουν ένα κοινό στοιχείο: τον Λόγο.
Τέλος, ο Πρωταγόρας, παρά το ότι δίνει στην αφήγησή του το χαρακτήρα του μύθου, αντιμετωπίζει το θέμα της λατρείας από την άποψη της κοινωνιολογίας και της ιστορίας του πολιτισμού. Εκείνο λοιπόν που ο Πρωταγόρας ενδιαφέρεται να υποδηλώσει είναι το ότι ο άνθρωπος χάρη στην ιδιότητά του ως έλλογο όν, με τη δωρεά του Προμηθέα στάθηκε ικανός να αρθεί σε πνευματική, πλέον, σφαίρα και να αποκτήσει ενδιαφέροντα και προσανατολισμούς που αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής του εξέλιξης, ενώ ταυτόχρονα είναι κάτι εντελώς ανύπαρκτο στα άλλα ζώα. Ειδικότερα, η πίστη σε θεούς αντιπροσωπεύει, ιστορικά, μια φάση πνευματικής ωρίμασης σε σχέση με την πρωτόγονη νοοτροπία, διότι το ανθρώπινο πνεύμα ξεπερνά, πλέον, την αντιφατικότητα και την πολυμορφία των φαινομένων γύρω του και ενδιαφέρεται για την ερμηνεία τους, αναζητώντας πίσω από αυτά ορισμένα υπερφυσικά όντα, που εκλαμβάνονται ως γενεσιουργοί παράγοντές τους.
β) δημιουργική τέχνη είναι η έντεχνος σοφία, η τέχνη των δημιουργών, των τεχνιτών που παράγουν ένα έργο, κατασκευάζουν κάτι χρήσιμο για το λαό. Παρά τα εντυπωσιακά επιτεύγματά τους, που ήταν καρπός της δημιουργικής τέχνης, οι άνθρωποι ζούσαν σκορπισμένοι. Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια να επιβιώνουν χάρη στις τεχνικές τους ικανότητες, αλλά να υστερούν σημαντικά σε δύο πολύ σημαντικούς τομείς: i. Στον πόλεμο εναντίων των άγριων ζώων, τα οποία τους εξόντωσαν γιατί υπερτερούσαν σε δύναμη, και ii. στην συγκρότηση κοινωνιών με σωστή οργάνωση και διοίκηση, που θα επέτρεπε την αρμονική συνύπαρξη των πολιτών. Αυτά συμβαίνουν εξαιτίας της απουσίας της πολιτικής τέχνης. Χωρίς αυτήν, αφενός δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν υγιή κοινωνικά σύνολα (πόλεις), καθώς κάθε απόπειρα τέτοιου είδους οδηγούσε στη διάλυση αυτών των ομάδων, λόγω του ότι αδικούσε ο ένας τον άλλον με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στην προτέρα κατάσταση και να γίνονται εύκολη λεία των άγριων ζώων. Αφετέρου δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα άγρια ζώα τα (θηρία), γιατί, για την αντιμετώπιση αυτών, δεν έφτανε μόνο η κατασκευαστική ικανότητα των ανθρώπων, αλλά ήταν απαραίτητη η πολεμική τέχνη, που και αυτή δεν την είχαν, αφού ήταν μέρος της πολιτικής τέχνης. Η πολεμική τέχνη αναγκαστικά αποτελεί μέρος της πολιτικής, διότι αυτή η τέχνη απαιτεί τα ίδια κριτήρια με την πολιτική τέχνη, δηλαδή την συνδυασμένη (από κοινού) ενέργεια των ανθρώπων, την συνεργασία, φιλαλληλία, ανοχή, και εν γένει όλα τα κοινωνικά αισθήματα που προϋποθέτει και η πολιτική τέχνη.
γ) i. αἰδώς: Το αίσθημα της ντροπής που νιώθει ο άνθρωπος για κάθε του πράξη, που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος (η ντροπή αυτή έχει σχέση με το σεβασμό και όχι με τις ενοχές και τις τύψεις). Η αιδώς εμπεριέχει και εκφράζει όλες εκείνες τις ηθικές αναστολές που προφυλάσσουν το άτομο από τις κάθε λογής εκτροπές. Οι αναστολές αυτές τον κάνουν να φοβάται μήπως προσκρούσει στον κώδικα συμπεριφορά του κοινωνικού του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα να χάσει την εκτίμηση των συμπολιτών του.
ii. δίκη: είναι το αίσθημα της δικαιοσύνης, η αντίληψη του δικαίου και του άδικου, ο σεβασμός των γραπτών νόμων και των δικαιωμάτων των άλλων. Η δίκη θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει εδώ την έμφυτη περί δικαίου αντίληψη (το περί δικαίου αίσθημα).
αξία “ἀιδοῦς καί δίκης”: καταρχάς και οι δύο αυτές αρετές δεν εξωθούν σε αντικοινωνική συμπεριφορά. Κατά δεύτερον είναι “ δεσμοί φιλίας συναγωγοί”, δηλαδή οδηγούν τους ανθρώπους στο ίδιο σημείο και τους δένουν μεταξύ τους με φιλία. Αυτό γίνεται γιατί οι δύο αυτές αρετές ενισχύουν στον ψυχικό τους κόσμο οτιδήποτε ευνοεί την προσέγγιση (την ένωση) και τον αλληλοσεβασμό μεταξύ των ανθρώπων- π.χ. ανοχή, αυτοσυγκράτηση, φιλαλληλία, κατανόηση, τάση για συνεργασία- και έτσι συμβάλλει στην εμπέδωση της κοινωνικής αρμονίας. Επομένως πρόκειται για δύο καθοριστικούς παράγοντες που κρατούν σε ψυχική ένωση τους ανθρώπους, ώστε αυτοί να μην συγκρούονται, και έτσι αποφεύγεται και προλαμβάνεται η αδικία, με αποτέλεσμα να μην διαταράσσεται η ομαλή συμβίωση, να διατηρείται ισορροπία και να επικρατεί ευταξία στην πόλη. Αποτελούν λοιπόν τη βάση της κοινωνικής συμβίωσης και την προϋπόθεσης ανάπτυξης πολιτισμού.
Σχετικά με τον αποσυμβολισμό του μύθου στο στάδιο αυτό, η παρέμβαση του Δία συμβολίζει την ανάγκη των ανθρώπων να συμβιώσουν και να επιβιώσουν. Το πέρασμα από το προηγούμενο στάδιο γίνεται προοδευτικά και πάντα κάτω από την ανάγκη. Οι άνθρωποι αφανίζονταν αρχικά, επειδή δεν κατέχουν την τέχνη να ζουν μαζί σε πόλεις. Από τα παθήματά τους μαθαίνουν να ενεργούν δίκαια και να σέβονται τα δικαιώματα των άλλων, δηλαδή αποδέχτηκαν την αιδώ και τη δίκη για να μπορέσουν να ζήσουν αρμονικά στις πόλεις, αφού εκεί βρισκόταν η επιβίωσή τους (αυτό συμβολίζει η δωρεά των δώρων από το Δία). έτσι οι άνθρωποι ανέλιξαν την ηθική τους συνείδηση με την αποδοχή των αξιών της αιδούς και της δίκης, και παράλληλα οδηγήθηκαν σε μία κοινωνία με προηγμένο πολιτισμό, δηλαδή σε μία οργανωμένη πολιτισμικά κοινωνία. Έτσι οδηγήθηκε ο άνθρωπος στο στάδιο της δημιουργίας της ηθικής συνείδησης, το ηθικό στάδιο.

Β2.
Ο Σωκράτης στο απόσπασμα που παρατίθεται διαπιστώνει ότι σε τεχνικά θέματα οι Αθηναίοι στην εκκλησία του δήμου δέχονται την άποψη μόνο των επαϊόντων. Ενώ για θέματα πολιτικά δέχονται την άποψη όλων των πολιτών. Άρα, είχε διαπιστώσει, η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Ο Πρωταγόρας μέσω του μύθου καταδεικνύει ότι λόγω της ἀιδοῦς καί τῆς δίκης (σωφροσύνη και δικαιοσύνη), αρετές που στην ουσία συνιστούν την πολιτική αρετή και είναι καθολικές για τους ανθρώπους, οι άνθρωποι μπορούν να ανεβαίνουν στο βήμα της εκκλησίας και να εκφράζονται, να συμβουλεύουν. Βάσει όμως όλων αυτών των δεδομένων, γεννάται το εξής ερώτημα: σε τι χρειάζεται πλέον η διδασκαλία του Πρωταγόρα, εφόσον οι πάντες διαθέτουν την πολιτική αρετή; Δηλαδή, ο Πρωταγόρας φαίνεται να αντιφάσκει, καθώς αφενός υποστήριξε πως η πολτική αρετή διδάσκεται, αφετέρου πως όλοι την κατέχουν, αφού διαθέτουν την αιδώ και την δίκη.
Ο Πρωταγόρας βέβαια δεν αντιφάσκει, καθώς η αιδώς και η δίκη δεν αποτελούν την πολιτική τέχνη, αλλά τις προϋποθέσεις της. Οι δύο αυτές αρετές (αιδώς και δίκη) είναι ένα είδος “σπερματικής” πολιτικής τέχνης, μια πολιτική τέχνη σε “δυνάμει” κατάσταση, που για να ξεδιπλωθεί και να εμφανιστεί σε κατάσταση “ἐνεργείᾳ” προϋποθέτει μακρόχρονη καλλιέργεια συνοδευόμενη από μόχθο, φροντίδα και μάθηση. Κατά τον Πρωταγόρα ο άνθρωπος πρέπει να κινείται από τη “δυνάμει” πολιτική τέχνη στην “ἐνεργείᾳ” πολιτική τέχνη, μέσω της μάθησης και της διδασκαλίας. Ούτε είναι λοιπόν, ούτε δεν είναι κάτοχος της πολιτικής ο άνθρωπος. Γίνεται κάτοχός της μόνο όταν επωφεληθεί από τις προϋποθέσεις που του έχουν δοθεί.
Ας δούμε λίγο την πορεία του ανθρώπου, έτσι όπως την παρουσιάζει ο Πρωταγόρας, για να κατανοήσουμε καλύτερα πως δεν αντιφάσκει με όσα λέει: οι άνθρωποι σε κάποιο στάδιο της εξέλιξης τους κατάλαβαν και συνειδητοποίησαν πως η επιβίωση τους δεν θα επιτευχθεί, αν δεν συνυπάρξουν από κοινού σε οργανωμένα πολιτικά σύνολα. συνειδητοποίησαν, επίσης, πως αυτό δεν θα συμβεί αν δεν υπάρχει δικαιοσύνη, αλληλοσεβασμός, αίσθημα τιμής μεταξύ τους∙ επομένως οι άνθρωποι δέχτηκαν τις αρχές της αιδούς και δίκης για να συγκροτήσουν αυτά τα κοινωνικά σύνολα. Αυτό σημαίνει βέβαια πως οι άνθρωποι είχαν μία προδιάθεση, είχαν την δυνατότητα για την δημιουργία της ηθικής τους συνείδησης. όπως έλεγε και ο Αριστοτέλης «η φύση μας έδωσε τα εφόδια (ΛΟΓΟΣ) για την απόκτηση αρετών…». Η πολιτική κοινωνία, όπως θα δειξει παρακάτω ο Πρωταγόρας, στηρίζεται στις ηθικο-πολιτικές αρετές της αιδούς και δίκης∙ άρα κάθε πολιτικής κοινωνίας τα θεμέλια είναι αυτές οι δυο αρχές, δηλαδή δικαιοσύνη και σωφροσύνη. Οποιοσδήποτε άνθρωπος γεννάται μέσα σε μια πολιτική κοινωνία, σ’ έναν πολιτισμένο κόσμο, είναι δεδομένο πως θα γαλουχηθεί με τις αρχές αυτές, της δικαιοσύνης και σωφροσύνης από το ίδιο το κοινωνικό σύνολο, διότι πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζει τη συμβίωση – συνύπαρξη του. Και, όπως είδαμε ο κάθε άνθρωπος έχει την προδιάθεση να τις δεχτεί, και γι‘ αυτό ακριβώς τις δέχεται. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο οι Αθηναίοι δέχονται την συμβουλή οποιουδήποτε για τα πολιτικά ζητήματα, διότι ακριβώς όλοι κατέχουν τις ηθικοπλαστικές αρετές ως ένα σημείο, από τη στιγμή που γεννήθηκαν και γαλουχήθηκαν μέσα σε οργανωμένα πολιτικά σύνολα.
Από την άλλη μεριά όμως, οι ηθικο-πολιτικές αυτές αρετές του ανθρώπου δεν είναι έμφυτες και αυτόματες και το γεγονός ότι καλλιέργησε ως ένα σημείο την φυσική του προδιάθεση από την ίδια την κοινωνία (φυσική προδιάθεση > > αιδώς και δίκη μέσα στην κοινωνία, δηλαδή δυνάμει κατάσταση πολιτικής αρετής), δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος απέκτησε την πολιτική αρετή σε ἐνεργείᾳ κατάσταση, αλλά αντιθέτως χρειάζεται διδασκαλία και προσωπική προσπάθεια για να φτάσει σε αυτό το σημείο. Μολονότι, λοιπόν, κάθε άνθρωπος είχε την προδιάθεση να δεχτεί τις αρετές, μολονότι γαλουχείται μέσα σε οργανωμένα πολιτικά σύνολα με τις αρχές και αρετές αυτές, με αποτέλεσμα να τις αποκτά ως ένα σημείο, ωστόσο αυτές οι αρετές, οι αρετές ουσιαστικά του πολίτη, για να ανθοφορήσουν, να ολοκληρωθούν και να γίνουν ἐνεργείᾳ θα χρειαστούν την κατάλληλη διδασκαλία και τον κατάλληλο διδάσκαλο. Έτσι ο Πρωταγόρας επιτυγχάνει τον έναν στόχο του, ότι οι αρετές οὐ φύσει, και ουσιαστικά επιχειρηματολογεί υπέρ του επαγγέλματός του. (προδιάθεση -> αιδώς και δίκη στην πολιτική κοινωνία -> πολιτική αρετή μέσω διδασκάλου).

Β3.
διηρθρώσατο : άρθρωση, άρθρο, αρθρίτιδα, εξαρθρώνω, αναδιάρθρωση,
σποράδην : διασπορά, σποραδικός, σπόρος, σπέρμα
ἀπώλλυντο : απώλεια, όλεθρος, πανωλεθρία, εξώλης, προώλης
νείμω : διανομή, απονομή, νομός, νομάρχης, νομοθεσία, παράνομος
κτείνειν : πατροκτόνος, αυτοκτονία, ζωοκτονία, γενοκτονία

Β4.
Σελίδα 35 σχολικού βιβλίου « Διαλεκτική και μαιευτική»

Νάτσης Δημήτρης